Η Ελληνικότητα του Βυζαντίου είναι ένα θέμα που τίθεται από διάφορους σύγχρονους ιστορικούς και μελετητές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και αφορά στο κατά πόσο η Βυζαντινή αυτοκρατορία αποτελούσε, στην συνείδηση των πολιτών της, μία Ελληνική, καθαρά, πολιτεία και τί ήταν τελικά αυτό που επιρρέασε την συνείδηση αυτή;

Το ερώτημα αν ο Βυζαντινός ήταν κάτι περισσότερο από Ρωμαίος πολίτης και Χριστιανός με ελληνική παιδεία, απασχόλησε αρκετά τους σύγχρονους Έλληνες ιστορικούς, κυρίως μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, υπό την επίδραση της νεοτερικής ιδεολογίας του εθνικισμού, περί τα μέσα του 19ου αιώνα. Με τη θεμελιακή εισφορά του "εθνικού" ιστοριογράφου Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, υπέρμαχου της ενότητας της ελληνικής ιστορίας, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρήκε, όχι χωρίς αντιδράσεις, τη θέση της στην ιστοριογραφία του ελληνικού έθνους.

Γνωρίζουμε ότι το τρίπτυχο ρωμαϊκή "αυτοκρατορική παράδοση, χριστιανική Ορθοδοξία, ελληνικός πολιτισμός"[1] σημάδεψε το Βυζάντιο σε όλη την ιστορική του πορεία. Μπορούσε όμως η υπερεθνική συνείδηση της αποστολής της αυτοκρατορίας, να απορροφηθεί από την εθνική συνείδηση μιας μόνο εθνότητας, της ελληνικής;

Η απάντηση είναι αρνητική[2] (κάτι ανάλογο άλλωστε ισχύει με την μεταγενέστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και με την προγενέστερη Ρωμαϊκή), τουλάχιστον σε ότι αφορά το μεγαλύτερο τμήμα της βυζαντινής ιστορίας. Αν και πρόκειται για την ιστορία ενός κράτους στο οποίο δρα και επιδρά η πνευματική δύναμη του Ελληνισμού, η βυζαντινή ελληνικότητα δεν εξαντλεί τον εθνικό χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας, ενώ η γεωγραφία του βυζαντινού Ελληνισμού δεν συμπίπτει ούτε με τα εκτεταμένα σύνορα της Αυτοκρατορίας, ούτε με τα στενά όρια της σύγχρονης Ελλάδας[3]. Αν και γεωγραφικά / ιστορικά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία περιλαμβάνει πολλές περιοχές της Αρχαίας Ελλάδας (Ιωνία, Πόντος, Βυζάντιο, Μεγάλη Ελλάδα, κυρίως Ελλάδα, Κύπρος) η διαμόρφωση των κοινωνικών δομών και θεσμών με την εξαίρεση της Θεσσαλονίκης και του Μυστρά, είναι αποκλειστικό σχεδόν επίτευγμα της βυζαντινής πρωτεύουσας και του μικρασιατικού κόσμου[4].

Όμως το Βυζάντιο παρουσίασε αρκετές μεταβολές στο πέρασμα των αιώνων και προς το τέλος της ιστορίας του, λόγοι δημογραφικοί συνέβαλαν στη μεταβολή αυτών των δεδομένων. Η απώλεια των κεντρικών περιοχών στη Μικρά Ασία και των βόρειων επαρχιών στη χερσόνησο του Αίμου περιόρισε την Αυτοκρατορία σε εδάφη στην κυρίως Ελλάδα, κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου και του Ευξείνου Πόντου και σε νησιά, όπου είχαν ιδρυθεί αρχαιότατες ελληνικές αποικίες. Ασφαλώς, ξένες προσμίξεις και διασταυρώσεις πληθυσμών υπήρξαν, όμως οι Βυζαντινοί, συγκεντρωμένοι στα ιστορικά ελληνικά εδάφη, αισθάνονταν και γεωγραφικά Έλληνες και αποδέχονταν ότι και φυλετικά ήταν Έλληνες[5].

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η πορεία που ακολούθησε η ελληνικότητα του Βυζαντίου, ήταν κοινή με την εξέλιξη του ονόματος Έλλην, που ξεκινά ως εθνικό στην Αρχαία Ελλάδα, μετατρέπεται σε πολιτιστικό επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στη συνέχεια θρησκευτικό με την εμφάνιση του χριστιανισμού. Με την επικράτηση της νέας θρησκείας γίνεται κυρίως θρησκευτικό και παρ' όλο που ο ελληνικός πολιτισμός ήταν πάντοτε θεμέλιο της διανοητικής ζωής, με την ελληνική επιστήμη, ιστοριογραφία, ποίηση και φιλοσοφία (με κάποιες προϋποθέσεις) να αποτελούν μορφωτικό αγαθό ακόμα και των ευσεβών Βυζαντινών, εν τούτοις, το όνομα Έλλην, παρέμεινε θρησκευτικά φορτισμένο για πολλούς αιώνες.

Η εποχή του Ηρακλείου ήταν εκείνη που έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στο ελληνικό στοιχείο: αφού το Βυζάντιο απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος των ασιατικών και δυτικών χωρών του, έθεσε τέλος στη διγλωσσία που υπήρχε ανάμεσα στην κρατική διοίκηση και τον στρατό που χρησιμοποιούσαν τη λατινική και τις ευρείες λαϊκές μάζες της Ρωμαϊκής Ανατολής, που τη θεωρούσε ακατανόητη, και καθιέρωσε την ελληνική ως επίσημη γλώσσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με τον τρόπο αυτό, η επικρατούσα γλώσσα του λαού και της Εκκλησίας έγινε πλέον και γλώσσα του κράτους. Ο ίδιος, μάλιστα, υιοθέτησε τον τίτλο του βασιλέως, αντί του λατινικού imperator και έκοψε νομίσματα με την ελληνική επιγραφή "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ". Σταδιακά, η γνώση της λατινικής γλώσσας έγινε σπάνιο φαινόμενο στις επόμενες γενιές. Με το τέλος της δυναστείας του Ηρακλείου, αν και η Αυτοκρατορία παρέμεινε σταθερά προσκολλημένη στις ρωμαϊκές πολιτικές ιδέες και παραδόσεις, με την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας, αρχίζει να μετασχηματίζεται σταδιακά, για να καταλήξει προς το τέλος της ιστορίας της, σε ένα "μεσαιωνικό ελληνικό κράτος"[6] ή στην "Ελληνική Αυτοκρατορία της χριστιανικής Ανατολής"[7].

Ωστόσο, για πολύ καιρό ακόμη, ο πιο στενός σύνδεσμος ενότητας μέσα στην Αυτοκρατορία αναζητήθηκε όχι στην ελληνική συνείδηση, αλλά στην κοινή αφοσίωση στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, που τελικά συνετέλεσε στον αποτελεσματικό έλεγχο της προώθησης του Ισλάμ προς την Πόλη[8].

Αυτό δείχνουν και τα λόγια του Λέοντα ΣΤ' (886-912), που εμψυχώνει τους διοικητές του λέγοντας ότι "οφείλουν να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για την πατρίδα και την ορθή χριστιανική πίστη, όπως και oι στρατιώτες τους, που με την κραυγή: "Ο Σταυρός θα νικήσει", πολεμούν, σαν στρατιώτες του Χριστού, του Κυρίου μας, για τους γονείς, για τους φίλους, για την πατρίδα, για ολόκληρο το χριστιανικό έθνος".

Έτσι, παρ' όλη τη σταδιακή αποφόρτιση του ονόματος Έλλην, το περιεχόμενο του βυζαντινού εθνικισμού, που έπρεπε να αναπτυχθεί για τη σωτηρία της πατρίδας, σχετιζόταν ακόμη με την πεποίθηση ότι η Αυτοκρατορία είναι ο καθορισμένος υπερασπιστής της Χριστιανοσύνης.

Αυτό έμελλε να αλλάξει, και αφετηρία στάθηκε η καχυποψία των Βυζαντινών έναντι των Δυτικών, με αφορμή τις τρεις μεγάλες εκστρατείες των Νορμανδών, που εκδηλώθηκαν το 1081, το 1147 και το 1185 . Παρ' όλα τα προβλήματα που είχαν δημιουργήσει στις διμερείς σχέσεις, η ανατρεπτική ενέργεια του πάπα Λέοντα Γ΄, να στέψει το 800 μ.Χ. τον Καρλομάγνο "Βασιλέα των Ρωμαίων" και το Σχίσμα του 1054, οι επιδρομές αυτές ήταν που συντάραξαν τους Βυζαντινούς, καθώς ήταν η πρώτη φορά που χριστιανικός λαός της Δύσης, επιτίθετο εναντίον τους.

Ταυτόχρονα, όπως διαγράφεται σαφώς στα κείμενα του 12ου και 13ου αιώνα, κυρίως στις ιστοριογραφίες της Άννας Κομνηνής (1083 - 1148), του Ιωάννη Κίνναμου (1143; - 1202Wink, του Νικήτα Χωνιάτη (περ. 1155/7-1217) και άλλων, όχι μόνον δεν τονίζεται ο ιερός χαρακτήρας των Σταυροφοριών, ή η σχέση του με το προσκύνημα, αλλά αντίθετα χρησιμοποιείται σαφώς στρατιωτική ορολογία και μάλιστα, προβάλλεται η επιθετική διάθεση του σταυροφορικού κινήματος και η ανησυχία για το φαινόμενο της μαζικής εμφάνισης των Δυτικών. Έτσι, η επιθετική τακτική της Δύσης σε στρατιωτικό επίπεδο, αλλά και η οικονομική διείσδυση των ιταλικών πόλεων στο Βυζάντιο, που πήραν σε μεγάλο βαθμό το εμπόριο και γενικότερα την οικονομία στα χέρια τους, προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των Βυζαντινών και προστριβές με τους Λατίνους.

Όλα αυτά, δημιούργησαν νέα δεδομένα στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης. Ο χριστιανισμός δεν επαρκούσε πλέον για ν' απαλλάξει το Βυζάντιο από τους εχθρούς του, και η χριστιανική Δύση συγκαταλεγόταν ανάμεσα σ' αυτούς. Σε μια εποχή που ο αντίπαλος ήταν επίσης χριστιανός, έπρεπε να βρεθεί ένας νέος άξονας για τη βυζαντινή αυτοσυνείδηση. Έτσι, το αίσθημα υπεροχής των Βυζαντινών έναντι των Δυτικών, που οφειλόταν στην πολιτική τους θεωρία και στις πολιτιστικές αξίες της ελληνικής Αρχαιότητας που εξασφάλιζαν την πολιτιστική υπεροχή του Βυζαντίου, έκανε αισθητή την παρουσία του.

Από το 13ο αι. και εξής, οι όροι Έλλην, Ελληνισμός, ελληνικός, κ.λπ. απέβαλλαν σε κάποιο βαθμό την παλιά τους συνωνυμική ταύτιση με την έννοια της ειδωλολατρίας και επανήλθαν σε χρήση από τον Βυζαντινό πολίτη χωρίς ενδοιασμούς, και χωρίς να χαρακτηρίζουν πλέον μόνο τον "εθνικό", δηλαδή τον μη Χριστιανό. Ο όρος Ρωμαίος, ο οποίος στο Βυζάντιο αποτέλεσε τίτλο τιμής από την αρχή μέχρι το τέλος της ιστορίας του, αντικαταστάθηκε σε ευρεία κλίμακα από τον όρο Έλλην. Μία από τις πρώτες μαρτυρίες όπου οι Ρωμαίοι έπαψαν να είναι πολιτική οντότητα για να γίνουν θρησκευτική κοινότητα, βρίσκεται στη διαθήκη της Άννας Παλαιολογίνας Νοταρά, που γράφει το 1493 στη Βενετία: "Πρώτον να με μνημονεύουν κατά την τάξιν των Ρωμαίων Χριστιανών". Η συνύπαρξη του Έλλην και του Ρωμαίος, φαίνεται στο συμπέρασμα που καταγράφει ο Μανουήλ Χρυσολωράς (1350-1415), ότι δηλαδή η Κωνσταντινούπολη είναι το δημιούργημα των δύο φρονιμότερων και δυνατότερων εθνών, των Ρωμαίων που τότε κυριαρχούσαν στην Οικουμένη και των Ελλήνων που είχαν κυριαρχήσει προηγουμένως.

Νεότεροι μελετητές της ιστορίας και των θεσμών του μεσαιωνικού Ελληνισμού κάνουν συχνά λόγο για τη σταδιακή γένεση και εξάπλωση μιας ιδεολογίας ενός ελληνοκεντρικού βυζαντινού εθνικισμού, που αποτέλεσε την απαρχή για τη μορφοποίηση του νεοελληνικού εθνικισμού και της νεοελληνικής ιστορίας. Η χρονολογία που συμβολικά χρησιμοποιήθηκε ως αρχή της νέας αυτή φάσης της ελληνικής ιστορίας είναι το 1204, χρονολογία της άλωσης και άγριας λεηλασίας της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Στο κήρυγμα για αντίσταση εναντίον τών κατακτητών, οι νέοι αρχηγοί, πολιτικοί, στρατιωτικοί ή πνευματικοί, ζητούν πρότυπα για να τονώσουν το ηθικό του λαού. "Και πού θα τα βρουν αυτά παρά στους μεγάλους των προγόνους, στους αρχαίους Έλληνες;".

Πράγματι, οι Δυτικοί, που ονομάζονταν υποτιμητικά "Φράγκοι" από τους Βυζαντινούς, πήραν πλέον τη θέση των "βαρβάρων" σε αντιστοιχία με την αρχαιοελληνική πραγματικότητα. Ο Νικήτας Χωνιάτης, το έργο του οποίου αποτελεί πολύτιμη πηγή για τα γεγονότα από το 1118 μέχρι την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους το 1204, δηλώνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει τη συγγραφή της ιστορίας, που είναι το "κάλλιστον εύρημα των Ελλήνων", περιγράφοντας βαρβαρικές πράξεις κατά των Ελλήνων:

"Π|ς ν ε4ην γ| τx βέλτιστον χρΖμα, τtν 9στορίαν, τx κάλλιστον εUρημα τφν λλήνων, βαρβαρικαΦς καθ' λλήνων πράξεσι χαριζόμενος;"

Είναι χαρακτηριστικό, ότι σε μια περίοδο συρρίκνωσης του Βυζαντινού Κράτους, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ' Βατάτζης (1222-1254) δέχεται την ελληνική εθνική καταγωγή του. Απαντώντας στον πάπα Γρηγόριο Θ', ο οποίος απευθύνεται σ' αυτόν ονομάζοντας τον Γραικό, ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας βεβαιώνει ότι "ο Μέγας Κωνσταντίνος παραχώρησε τη βασιλεία των Ρωμαίων στο γένος των Ελλήνων".

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Χρήστου: "Η επανεμφάνισις του ονόματος Έλλην με την εθνική του σημασία έγινε όταν είχε λησμονηθή πλέον η ύπαρξις των ειδωλολατρών και η χρήσις του ήταν ακίνδυνη για τον χριστιανισμό. Η επανεμφάνισις ακολούθησε την ίδια οδό με την εξαφάνισι. Το όνομα από εθνικό είχε εκπέσει πρώτα σε πολιτιστικό κι έπειτα σε θρησκευτικό και τέλος εξαφανίστηκε. [...] Με την επανεμφάνισί του τώρα, για την δήλωσι καταστάσεων του παρόντος, γίνεται πρώτα πολιτιστικό κι έπειτα πάλι εθνικό".

Εν κατακλείδι, σε αυτόν τον βαθμιαίο εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας συνέβαλε η βαθμιαία ανεξαρτητοποίηση από αυτήν όλων των μη ελληνικών στοιχείων, ο ανταγωνισμός της σε όλους τους τομείς με την ανερχόμενη λατινική Δύση, από την εποχή των Κομνηνών κι έπειτα, αλλά και η πρώιμα εθνικιστική, ελληνοκεντρική στάση της διανοητικής ελίτ του βυζαντινού κόσμου και της τότε "αστικής" τάξης, ως αποτέλεσμα του προαναφερθέντος ανταγωνισμού και των κοινωνικών συγκρούσεων των εμπόρων με την αριστοκρατία της γης.

Το πρόβλημα, αν στο σύνολό της η βυζαντινή ιστορία αποτελεί οργανικό μέρος της ιστορίας του ελληνικού έθνους, υπήρξε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα, καθώς δεν μπορεί κάποιος να παραγνωρίσει το γεγονός ότι, εξίσου με τον σύγχρονο ελληνισμό, η ιταλική χερσόνησος, οι βαλκανικοί πληθυσμοί και οι σλαβικοί λαοί της βορειοανατολικής Ευρώπης, ο κόσμος της Μικράς Ασίας και του αρμενικού έθνους, αναζητούν την κατανόηση της ιστορικής τους πραγματικότητας στο Βυζάντιο.

Άρα, δεν είναι εύκολο να ταυτίσουμε τη ζωή, την ιστορία και τον πολιτισμό ολόκληρης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με την κληρονομιά που δέχθηκε από το Βυζάντιο ο Νέος Ελληνισμός. Είναι πολλοί οι λαοί και οι χώρες που έμειναν εκτός της νεοελληνικής επίδρασης, αν και απλώνουν τις ρίζες τους, όπως και η Ελλάδα, στην κοινή βυζαντινή πραγματικότητα.

Βέβαια, εύλογα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι, ο ορθόδοξος χριστιανισμός, η ελληνική γλώσσα και γενικά ο ελληνικός πολιτισμός, με την ταυτόχρονη παρουσία τους, ως φυσική κληρονομιά, στον ελληνικό χώρο, δίνουν το δικαίωμα στη νεώτερη και σύγχρονη Ελλάδα να θεωρούν ισχυρή τη συγγένειά τους με ολόκληρη τη βυζαντινή ιστορία. Πάντως, το γεγονός ότι η αφετηρία του νεώτερου Ελληνισμού βρίσκεται στο Βυζάντιο, αν και είναι για πολλούς ιστορικούς μια πραγματικότητα, δε θα πρέπει να παραβλέπουμε πως αυτή πηγάζει κυρίως από τους 2-3 τελευταίους βυζαντινούς αιώνες, εποχή σταδιακής συρρίκνωσης του Βυζαντίου, και αποχωρισμού των μη ελληνικών περιοχών και πληθυσμών.